Κυστική ίνωση σχετίζεται με την χρόνια ρινοκολπίτιδα



Η κυστική ίνωση (cystic fibrosis) αποτελεί το πιο διαδεδομένο κληρονομικό νόσημα στην λευκή φυλή. Περίπου 1 στα 2000 παιδιά εκτιμάται ότι γεννιούνται κάθε χρόνο στην Ελλάδα με κυστική ίνωση, ενώ το 4-5% του πληθυσμού θεωρείται ότι είναι φορείς. Η κυστική ίνωση είναι μια πολυσυστηματική νόσος που προσβάλλει κυρίως το αναπνευστικό σύστημα, το πεπτικό - γαστρεντερικό σύστημα και το αναπαραγωγικό σύστημα

Η πάθηση αναγνωρίζεται στη βρεφική ή πρώτη παιδική ηλικία, αν και η εμφάνιση της παθήσεως σε μικρό αριθμό ασθενών καθυστερεί μέχρι την ήβη ή την πρώτη περίοδο της ενηλικιώσεως. Τα παιδιά με κυστική ίνωση προσβάλλονται από συχνότερες και παρατεταμένης διάρκειας αναπνευστικές λοιμώξεις, ενώ τα περισσότερα εμφανίζουν χρόνιο βήχα και συρίττουσα αναπνοή.

Tα παιδιά με κυστική ίνωση συχνά πάσχουν από χρονία παραρρινοκολπίτιδα. 10% από τα παιδιά, που πάσχουν αναπτύσσουν αποφρακτική ρινική πολυποδίαση, η οποία συνήθως είναι ανθεκτική στη φαρμακευτική θεραπεία. Το παθολογοανατομικό χαρακτηριστικό της κυστικής ίνωσης είναι η παραγωγή μιας παχύρρευστης, κολλώδους βλέννης από εξωκρινείς αδένες, που είναι κατά 30-60 φορές, πιο παχύρρευστη από τη βλέννη των φυσιολογικών εκκρίσεων. 

Οι παχύρρευστες αυτές εκκρίσεις προκαλούν απόφραξη της ρινός και τα επακόλουθα συμπτώματα της ρινοκολπίτιδας, όπως κεφαλαλγία, πόνο στο πρόσωπο, βήχα, παχύρρευστη ρινική καταρροή και πυρετό. 
Οι ρινικοί πολύποδες επίσης κάνουν την εμφάνιση τους πιο συχνά στους ασθενείς που πάσχουν από κυστική ίνωση με πιο αυξημένη επίπτωση στους ενήλικες (45%).



Διάγνωση
Η διάγνωση στην Ελλάδα γίνεται στον έλεγχο των νεογνών (newborn screening), αλλά υπό άλλες συνθήκες με την εμφάνιση πολλαπλών επεισοδίων ρινοκολπίτιδας οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στις φαρμακευτικές θεραπείες τότε γίνεται έλεγχος για κυστική ίνωση με τον απλό και γρήγορ τρόπο, διάγνωσης των ασθενών με το "τεστ ιδρώτα".
Εν συνεχεία για την πάθηση των παραρρίνιων κόλπων θα γίνει ενδοσκόπηση ρινός και ρινοφάρυγγα και αξονική τομογραφία σπλαγχνικού κρανίου στην περίπτωση της χειρουργικής αντιμετώπισης.

Αντιμετώπιση
Η συντηρητική  αντιμετώπιση των ρινοκολπίτιδων των ατόμων με κυστική ίνωση συνίσταται στις πλύσεις ρινός με φυσιολογικό ορό και τοπικά αποσυμφορητικά για καλύτερη παροχέτευση των ρινικών εκκρίσεων, όπως και αντιβιοτικά για την κάλυψη του φάσματος των μικροβίων που εμπλέκονται. Επί αποτυχίας των μακροχρόνιων συντηρητικών μέτρων οι ασθενείς υποβάλλονται σε ενδοσκοπική χειρουργική παραρρινίων κόλπων (FESS). Οι μελέτες δείχνουν ότι οι ασθενείς με κυστική ίνωση με χρόνια ρινοκολπίτιδα, έχουν αξιοσημείωτη βελτίωση των συμπτωμάτων τους, καθώς και της ποιότητας ζωής τους με τις ενδεικνυόμενες ενδοσκοπικές χειρουργικές θεραπείες.


ΒΙβλιογραφία
1Kramer RI. Otorhinolaryngologic complications of cystic fibrosis. Otolaryngol Clin North Am. 1977 Feb; 10(1):205-8.
2) Batsakis JG, El-Naggar AK. Cystic fibrosis and the sinonasal tract. Ann Otol Rhinol Laryngol. 1996 Apr; 105(4):329-30.
3) Adams GL, Hilger P. Cystic fibrosis. Arch Otolaryngol. 1980 Feb; 106(2):127-32.

Πυογόνο Κοκκίωμα

Το πυογόνο κοκκίωμα είναι μία καλοήθης βλάβη άγνωστης αιτιολογίας η οποία παρουσιάζεται στο δέρμα και στους βλεννογόνους. Εμφανίζεται ως ένας αγγειακός λοβωτός όγκος με πιο συχνή εντόπιση στον βλεννογόνο της στοματικής κοιλότητας και, λιγότερο συχνή, στο βλεννογόνο της ρινικής κοιλότητας. Αν και η αιτιολογία είναι ασαφής, το πυογόνο κοκκίωμα έχει συνδεθεί με μερικούς αιτιολογικούς παράγοντες όπως την εγκυμοσύνη, τα αντισυλληπτικά και τους μικροτραυματισμούς. Ως εκ τούτου συχνά χρησιμοποιείται ο όρος «όγκος της εγκυμοσύνης» για μια παραλλαγή του πυογόνου κοκκιώματος που εμφανίζεται στις έγκυες κατά τον 2ο και 3ο τρίμηνο κύησης.

Συμβουλές
Συμβουλευτείτε το γιατρό αν παρατηρήσετε κάποια ραγδαία ανάπτυξη του δέρματος ή των βλεννογόνων προκειμένου να τεθεί η διάγνωση. Είναι επιρρεπείς σε εύκολη αιμορραγία, οπότε η επίδεση ίσως χρειαστεί μέχρι την αντιμετώπιση της βλάβης.


Αντιμετώπιση
Αιμορραγούν εύκολα και για αυτό η θεραπεία τους κρίνεται επείγουσα. Αντιμετωπίζεται με χειρουργική αφαίρεση με τοπική αναισθησία, κρυοπηξία, ηλεκτροκαυτηριασμό ή laser.



Βιβλιογραφία
  1. Kapella M, Panosetti E, Rombaux P, Delos M, Weynand B: Lobular capillary haemangioma of the nasal cavity: observation of three specific cases. Acta Otorhinolaryngol Belg. 2001; 55(3):241-6.
  2. Demir Y, Demir S, Aktepe F: Cutaneous lobular capillary hemangioma induced
    by pregnancy. J Cutan Pathol. 2004 Jan; 31(1):77-80.
  3. Chen SY, Takeuchi S, Urabe K, et al.: Overexpression of phosphorylated-ATF2
    and STAT3 in cutaneous angiosarcoma and pyogenic granuloma. J Cutan Pathol. Aug 2008; 35(8):722-30.
  4. Joseph C Pierson Christine C Tam: Pyogenic Granuloma (Lobular Capillary
    Hemangioma)
  5. Pyogenic granuloma of the nasal cavity: Case presentation. Ch. Efthymiou, G. Stoubos, P. Theodorou

Παθολογία των σιελογόνων αδένων



Οι παρωτίδες και οι υπογνάθιοι σιελογόνοι αδένες, είναι οι μεγάλοι (μείζονες) αδένες που παράγουν το σάλιο και βρίσκονται σε επαφή με την κάτω γνάθο. Υπάρχουν και οι μικρότεροι υπόγλωσσιοι (ελάσσονες) αδένες που εντοπίζονται στο έδαφος του στόματος. Το σάλιο παίζει σημαντικότατο ρόλο στη διατήρηση της υγείας του βλεννογόνου του στόματος και των δοντίων, και διευκολύνει την ομιλία και την κατάποση.
Συχνά, μπορεί να νοσήσουν από διάφορες παθήσεις οι σιελογόνοι αδένες όπως φλεγμονώδους (ιογενούς ή μικροβιακής), αυτοάνοσης, λιθιασικής ή και νεοπλασματικής αιτιολογίας.

Η ιογενής παρωτίτιδα είναι η συνηθέστερη λοιμώδης νόσος των σιελογόνων αδένων. Όμως δεν είναι σπάνιες και οι βακτηριακές λοίμωξεις των μείζονων σιελογόνων αδένων, οι οποίες εμφανίζονται συνηθέστερα σε έδαφος σιελολιθίασης αλλά και μετά από ακτινοθεραπεία ή σε ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.

Η πιο συχνές αιτίες για τις οποίες προσέρχεται ο ασθενής στον ιατρό, είναι:
- η διόγκωση του σιελογόνου αδένα
- πόνος
- πυρετός
- έκκριση πύου στο στόμα
Κακοήθεις παθήσεις: Λεμφώματα
Κακοήθεις όγκοι
Καλοήθεις παθήσεις:
  • Η σιελολιθίαση είναι μια σχετικά συχνή κλινική οντότητα, κατά την οποία παρατηρείται η δημιουργία λίθων μέσα στους σιελογόνους αδένες και στους εκφορητικούς τους πόρους. Είναι συνηθέστερη στους μείζονες σιελογόνους αδένες, και εκδηλώνεται κλινικά με διόγκωση και πόνο του αδένα, ιδίως κατά τη διάρκεια των γευμάτων, λόγω της παρακώλησης εκροής του σάλιου.
  • Οι φλεγμονές (ιογενής η βακτηριακή παρωτίτιδα). Βακτηριακή λοίμωξη προκαλείται από την στάση της σιέλου σε περίπτωση σιελολιθίασης και δημιουργείται μια επώδυνη διόγκωση με εκροή πύου στο στόμα.Οι καλοήθεις όγκοι

Αντιμετώπιση 

  • Οι φλεγμονές αντιμετωπίζονται με τα αντιβιοτικά και τα αντιφλεγμονώδη φάρμακα.
  • Οι λιθιάσεις, είναι δυνατόν να εντοπισθούν και να αφαιρεθούν σήμερα με τη χρήση πολύ λεπτών ενδοσκοπίων (των σιαλενδοσκοπίων) χωρίς να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση.
  • Οι καλοήθεις όγκοι αφαιρούνται χειρουργικά. Η εγχείρηση είναι ιδιαίτερα λεπτή και απαιτεί εξειδίκευση και εμπειρία.
  • Οι κακοήθεις όγκοι πλην της χειρουργικής εξαίρεσης μπορεί να απαιτήσει ακτινοθεραπεία και χημειοθεραπεία.
Χριστίνα Ευθυμίου, χειρουργός, ΩΡΛ

Παράλυση προσωπικού νεύρου

Παρεση προσωπικού νεύρου

Το προσωπικό νεύρο είναι το κατεξοχήν κινητικό νεύρο του προσώπου. Ευθύνεται για την κινητικότητα όλων των μιμικών μυών, των μυών δηλαδή που συνεργούν προκειμένου να έχουμε εκφραστικότητα. Έτσι, η παράλυση -προσωρινή ή μόνιμη- κλάδων ή και ολόκληρου του νεύρου προκαλούν σημαντική ασυμμετρία καθώς και λειτουργικά προβλήματα (ξηροφθαλμία λόγω αδυναμίας σύγκλισης των βλεφάρων, δυσκολία στην ομιλία λόγω παράλυσης της γωνίας των χειλιών κ.α.).

Ευτυχώς, το 85% των παραλύσεων του προσωπικού νεύρου οφείλονται στη λεγόμενη ιδιοπαθή παράλυση (παράλυση Bell). Η αιτιολογία παραμένει αδιευκρίνιστη αν και έχουν ενοχοποιηθεί ιογενείς λοιμώξεις και παρατηρείται σε μεγαλύτερη συχνότητα σε εγκύους γυναίκες. Η διάγνωση της ιδιοπαθούς παράλυσης γίνεται με τον αποκλεισμό άλλων αιτιών, ενώ η ίαση επέρχεται αυτόματα το αργότερο σε 6 μήνες και συνήθως δεν παραμένει καμία νευρολογική σημειολογία.

Οι μόνιμες παραλύσεις οφείλονται κατά κύριο λόγο σε:
  1. Κακώσεις με κατάγματα του κροταφικού οστού, 
  2. Μεγάλα τραύματα του προσώπου
  3. Νεοπλασίες (νευρινώματα, χολοστεατώματα, όγκοι του εγκεφάλου, όγκοι της παρωτίδας κ.α.) οι οποίες δημιουργούνται είτε λόγω διήθησης του νεύρου είτε ιατρογενώς κατά την εκτομή του.
  4. Αυτοάνοσα νοσήματα
  5. Μεταβολικές παθήσεις
Συμπτώματα

1. Ασυμμετρία στο πρόσωπο.
2. Πτώση του φρυδιού.
3. Απώλεια ρυτίδων στο μέτωπο και τα μάγουλα.
4. Πτώση της γωνίας του στόματος.
5. Ανεξέλεγκτα δάκρυα από το μάτι της πάσχουσας περιοχής.
6. Αδυναμία να κλείσει το μάτι στη πάσχουσα περιοχή.
7. Αδυναμία να σφίξει το χείλος ή να διατηρηθεί το φαγητό στο στόμα.
8. Προοδευτική ατροφία των μυών του προσώπου.
9. Απώλεια γεύσης της πάσχουσας πλευράς.

Θεραπεία

Η συντηρητική θεραπεία για να είναι αποτελεσματική πρέπει να αρχίσει άμεσα ή το αργότερο μέσα στις πρώτες τρείς ημέρες μετα την εγκατάσταση των συμπτωμάτων. Αν η θεραπεία ξεκινήσει δέκα ή περισσότερες ημέρες μετά τότε μειώνεται η αποτελεσματικότητα της. Περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και φυσικοθεραπεία. Η φαρμακευτική αγωγή αποτελείται από αντιβίωση και κορτιζόνη. Αντιβίωση για την αντιμετώπιση της λοίμωξης και κορτιζόνη για την ελάττωση του οιδήματος του νεύρου και με τον τρόπο αυτό την αποσυμπίεση του. Συμπληρωματικά χορηγούνται στον ασθενή βιταμίνες, ιδιαίτερα του συμπλέγματος Β για την ενδυνάμωση του νεύρου και κολλύρια για την προστασία των κερατοειδών.
 
Κλινικές μελέτες δείχνουν επίσης ότι ο βελονισμός είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικός με τα κορτικοστεροειδή και μπορεί να βελτιώσει την ανάκαμψη των ασθενών με παράλυση τύπου Bell, είτε ως μονοθεραπεία ή σε συνδυασμό με την φαρμακευτική αγωγή.



Βιβλιογραφία

1. May M. Differential diagnosis of facial nerve palsy. Otolaryngol Clin North Am1991, 24:613–645
2. TAVERNER D. The prognosis and treatment of spontaneous fαcial palsy. Proc R Soc Med 1959, 52:1077–1080.
3. A.Mallis. Peripheral facial nerve paralysis: Etiology, diagnosis and management. Archives of Hellenic Medicine 2010, 27(4):607–613

Εκκριτική ωτίτιδα (glue ear)

Eκκριτική ωτίτιδα

Η εκκριτική ωτίτιδα είναι μια πολύ συχνή νόσος και μπορεί να εμφανιστεί σε κάθε ηλικία, είναι δε ιάσιμη εφόσον αντιμετωπιστεί σωστά! Είναι πάθηση του μέσου ωτός, και συνίσταται στη συλλογή υγρού στο μέσο ούς λόγω δυσλειτουργίας ή απόφραξης της ευσταχιανής σάλπιγγας. Το υγρό στην εκκριτική ωτίτιδα είναι πρακτικά στείρο, αν και καλλιέργειες είναι θετικές για παρουσία μικροοργανισμών σε ποσοστό 40%. Η νόσος παρουσιάζεται σε παιδιά σε ποσοστό 70 έως 80%, αλλά μπορεί να παρουσιαστεί και σε οποιαδήποτε ηλικία. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξή της είναι ο φτωχός αερισμός της κοιλότητας του μέσου ωτός μέσω της ευσταχιανής σάλπιγγας.

Συχνότερες αιτίες που προκαλούν δυσλειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας είναι:

-Ανώμαλη ή ατελής ανάπτυξη ευσταχιανής σάλπιγγας.
-Απόφραξη από υπερτροφία αδενοειδών εκβλαστήσεων, κύστη ή όγκο ρινοφάρυγγα, πολύποδες ρινός.-Ιογενείς λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού.
-Αλλεργία.
-Υπερωιοσχιστία.
-Ακτινοθεραπεία
-Αυξομειώσεις της ατμοσφαιρικής πίεσης (π.χ. αεροπορικά ταξίδια, καταδύσεις)

Συμπτώματα

Η πάθηση χαρακτηρίζεται από ήπια έως μέτρια βαρηκοΐα και έντονο αίσθημα μπουκώματος (πληρότητας) του αυτιού. Στα παιδιά γίνεται αντιληπτή από τους γονείς, όταν παρατηρούν ότι το παιδί δεν ακούει καλά ή σε τυχαία ιατρική εξέταση. Η βαρηκοΐα μπορεί να φτάσει και τα 35-40 db HL και να συνοδεύεται από εμβοές (βουητά) διαφορετικής συχνότητας και έντασης, ωταλγία, μερικές φορές και από ίλιγγο, λόγω πίεσης του υγρού στην ωοειδή ή στρογγυλή θυρίδα.

Εάν εκλείψει η αιτία που προκαλεί την εκκριτική ωτίτιδα, η νόσος ιάται σε διάστημα 10-20 ημερών σε ποσοστό 90%.

Κύρια διαγνωστική μέθοδο αποτελεί η εξέταση του αυτιού με το μικροσκόπιο. Με τον τρόπο αυτό διαπιστώνεται όχι μόνο η παρουσία υγρού στην τυμπανική κοιλότητα, αλλά και η σύστασή του καθώς και τυχόν επαπειλούμενες χρόνιες αλλοιώσεις του μέσου ωτός. Η ανάπτυξη ζελατινώδους υφής στο περιεχόμενο υγρό ή η διαπίστωση επικίνδυνων εισολκών της τυμπανικής μεμβράνης απαιτεί πιο επιθετική θεραπευτική αντιμετώπιση. Όπου θεωρείται σκόπιμο τότε διενεργείται ακτινολογικός έλεγχος για παρουσία υπερτροφικών αδενοειδών εκβλαστήσεων σε παιδιά, όπως επίσης και η ενδοσκόπηση του ρινοφάρυγγα και ο απεικονιστικός έλεγχος (CT ή MRI ρινοφάρυγγα) σε ενήλικες.

Αντιμετωπιση

Η αντιμετώπιση της νόσου είναι φαρμακευτική και χειρουργική, ανάλογα με την αιτία που την προκαλεί και τη χρονική διάρκεια της νόσου. Τα φάρμακα επιλογής για την συντηρητική αντιμετώπιση του προβλήματος είναι τα αντιισταμινικά και τα ενδορινικά στεροειδή που μπορούν να συνδυαστούν με αντιβιοτικά και ρινοπλύσεις όταν συνυπάρχει πυώδης ρινίτιδα. Συγχρόνως προτείνονται και ασκήσεις που βοηθούν στη διάνοιξη της ευσταχιανής σάλπιγγας.

Παρουσία υγρού στην κοιλότητα του μέσου ωτός για χρονικό διάστημα άνω των δύο μηνών αποτελεί ένδειξη για παρακέντηση του τυμπανικού υμένα (μυριγγοτομή) και αναρρόφηση του υγρού, προκειμένου να αποφευχθούνοι επιπλοκές όπως η δημιουργία συμφύσεων ανάμεσα στα οστάρια και στα τοιχώματα του μέσου ωτός, καθώς και η μετάπλαση του πλακώδους επιθηλίου σε εκκριτικό. Το χρονικό διάστημα των δύο μηνών είναι συνάρτηση διαφόρων παραγόντων. Εάν ο ασθενής είναι ενήλικας και η εκκριτική ωτίτιδα μονόπλευρη με σημεία βελτίωσης, η παρακέντηση του τυμπάνου μπορεί να καθυστερήσει ή να αποφευχθεί. Εάν όμως ο ασθενής είναι παιδί σε σχολική ηλικία, με μαθησιακές δυσκολίες και αμφοτερόπλευρη νόσο, είναι προτιμότερο να αντιμετωπιστεί νωρίτερα χειρουργικά.

Η μυριγγοτομή μπορεί να συνοδεύεται ή όχι από την τοποθέτηση σωληνίσκων αερισμού (Grommets). Είναι σωλινίσκοι μικρών διαστάσεων που τοποθετούνται εύκολα, αποβάλλονται σιγά-σιγά από τον οργανισμό και σκοπός τους είναι να κρατούν ανοιχτή την παρακέντηση και να επιτρέπουν τον αερισμό του μέσου ωτός για χρονικό διάστημα μερικών μηνών.

Στα παιδιά, αλλά και σε ορισμένους ενήλικες, η επέμβαση αυτή γίνεται υπό γενική αναισθησία. Αποτελεί μια επέμβαση που πραγματοποιείται σε περιορισμένο ανατομικά χώρο και δεν υπάρχει λόγος για περιττούς τραυματισμούς, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να αντιμετωπισθούν και συνοδές παθήσεις, όπως η υπερτροφία των αδενοειδών εκβλαστήσεων. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις η επέμβαση πραγματοποιείται με τοπική αναισθησία. Ο ασθενής εξέρχεται αυθημερόν από το νοσοκομείο και λαμβάνει ολιγοήμερη αντιβιοτική αγωγή.

Χριστίνα Ευθυμίου. ΩΡΛ Χειρουργός


 

Παλινδρόμηση γαστρικού υγρού στον λάρυγγα



Η λαρυγγοφαρυγγική παλινδρόμηση (LPR-Laryngopharyngeal reflux) συμβαίνει όταν το περιεχόμενο του στομάχου (όπως υδροχλωρικό οξύ, ένζυμο η πεψίνη και άλλα υγρά που παράγονται κατά την πέψη των τροφών), παλινδρομούν (επιστρέφουν) από το στομάχι δια μέσου του οισοφάγου στον λάρυγγα, τον φάρυγγα, τη στοματική κοιλότητα (στόμα) και την ρινική κοιλότητα (μύτη), και την κοιλότητα του μέσου ωτός (αυτί). Ο βλεννογόνος αυτών των περιοχών δεν έχει αμυντικούς μηχανισμούς εναντίον αυτών των υγρών με αποτέλεσμα να καταστρέφεται.

Σχεδόν 40% των ενήλικων Ελλήνων έχουν συμπτώματα παλινδρόμησης, αλλά μόνο 10% το γνωρίζει. Σε πολλούς ασθενείς με λαρυγγοφαρυγγική παλινδρόμηση είναι δυνατόν να απουσιάζουν τα κλασσικά «πεπτικά συμπτώματα» της γαστρο-οισοφαγικής παλινδρόμησης, όπως είναι το οπισθοστερνικό καύσος (κάψιμο στο θώρακα) και οι όξινες γαστρικές αναγωγές (ξινίλες και καούρες μετά τα γεύματα).
Τα συμπτώματα:                                                        

  • βράγχος φωνής (βράχνιασμα) 
  • δυσφωνία (κλείσιμο της φωνής),
  • δυσφαγία,
  • χρόνιο βήχα,
  • αίσθηση ξένου σώματος στο φάρυγγα (κόμπο στο λαιμό),
  • κακοσμία στόματος,
  • κατάποση οπισθορρινικών εκκρίσεων.

Διάγνωση

Ενδελεχής λήψη του ιστορικού και η καταγραφή της συμπτωματολογίας του ασθενούς. Ακολουθεί μια πλήρης Ωτορινολαρυγγολογική εξέταση σε συνδυασμό με έμμεση λαρυγγοσκόπηση και ενδοσκόπηση του λάρυγγα.όπου ανακαλύπτωνται οι βλάβες όπως την παρουσία οπίσθιας λαρυγγίτιδας δηλαδή φλεγμονής και οιδήματος στον οπίσθιο λάρυγγα.

Θεραπεία

Η αγωγή είναι καταρχήν φαρμακευτική. Τα φάρμακα θα πρέπει να λαμβάνονται για μεγάλα χρονικά διαστήματα (συνήθως τουλάχιστον 2 μήνες) χωρίς διακοπή και θα πρέπει να λαμβάνονται μισή ώρα πριν τα γεύματα ανάλογα με τις οδηγίες του ιατρού.


Ως πρός τις οδηγίες θα πρέπει:

  • Απώλεια βάρους για υπέρβαρα άτομα.
  • Παίρνετε μικρά, πολλά γεύματα.
  • Αποφυγή τροφών όπως λίπη, τα κρεμύδια, το πιπέρι, τα πατατάκια και τις τηγανισμένες τροφές, σοκολάτες, τους ξηρούς καρπούς,καφές, και τα αεριούχαποτά
  • Αποφυγή αλκοόλ 
  • Διακοπή καπνίσματος
  • Να ξαπλώνεται με περισσότερα μαξιλάρια.

Αλλεργική Ρινίτιδα


Η αλλεργική ρινίτιδα αποτελεί ένα από τα συχνότερα χρόνια νοσήματα και φαίνεται να αφορά στο 20% του γενικού πληθυσμού. Τα συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας είναι καταρροή, συμφόρηση (μπούκωμα), πταρμοί, κνησμός, οπισθορρινική έκκριση. Δεν είναι απαραίτητο να συνυπάρχουν όλα, είναι δυνατόν για παράδειγμα μια αλλεργική ρινίτιδα να χαρακτηρίζεται μόνο από καταρροή. Η αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να συνοδεύεται από συμπτώματα από τα μάτια (επιπεφυκότες) όπως κνησμό, δακρύρροια, ερυθρότητα. Αφορά σε παρόμοια ποσοστά και τα δύο φύλα και η ηλικία έναρξης μπορεί να είναι οποιαδήποτε, πιο συχνά όμως πρωτοεμφανίζεται σε νέους.

Τα Αίτια
Η κληρονομικότητα παίζει ρόλο, όχι όμως αποκλειστικό. Η αλλεργική ρινίτιδα οφείλεται στην ευαισθησία του οργανισμού και κατά συνέπεια στην υπερβολική αντίδρασή του σε ουσίες οι οποίες κανονικά είναι αβλαβείς και οι οποίες καλούνται αεροαλλεργιογόνα.

Τα συνηθέστερα αίτια της αλλεργικής ρινίτιδας είναι:

· οι γύρεις

· τα ακάρεα της οικιακής σκόνης,

· τα επιθήλια των ζώων,

· οι μύκητες.

Η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας θα πρέπει να είναι έγκαιρη διότι το 30% αυτών των ασθενών θα εμφανίσουν άσθμα ή η ίδια η ρινίτιδα θα εξελιχθεί σε πιο επίμονη τόσο σε ένταση όσο και σε διάρκεια.

Η Διάγνωση
Είναι πολύ σημαντικό επίσης το γεγονός ότι πολλές φορές μια χρόνια ρινίτιδα χαρακτηρίζεται εύκολα σαν αλλεργική χωρίς να έχουν γίνει οι απαραίτητες εξετάσεις στο δέρμα (test) με αποτέλεσμα να διαλάθει η διάγνωση άλλων τύπων ρινίτιδας και ο ασθενής να ταλαιπωρείται με ακατάλληλες θεραπείες ή να υπάρχει πιθανότητα να εξελιχθεί μια παθολογική κατάσταση και να χάνεται η ευκαιρία της έγκαιρης διάγνωσης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μια ρινίτιδα μπορεί να είναι η έκφραση ενός συστηματικού προβλήματος. Με άλλα λόγια η αλλεργική ρινίτιδα είναι η πιο συχνή χρόνια ρινίτιδα αλλά όχι η μοναδική. Οι εξετάσεις αίματος δείχνουν την ευαισθητοποίηση σε αλλεργιογόνα, όμως δεν αντικαθιστούν τις εξετάσεις στο δέρμα, αντίθετα τις υποστηρίζουν. Γι’ αυτό η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας ή ο αποκλεισμός της πρέπει να γίνεται οπωσδήποτε με δερματικά test.

Η Αντιμετώπιση
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μια ρινίτιδα μπορεί να είναι η έκφραση ενός συστηματικού προβλήματος
Η αντιμετώπιση της αλλεργικής ρινίτιδας στηρίζεται στα παρακάτω:

1. Αποφυγή

2. Θεραπεία με φάρμακα

3. Ανοσοθεραπεία.

4. Ιατρικός Βελονισμός

Η αποφυγή τις περισσότερες φορές είναι ανέφικτη. Είναι επαρκές μέτρο αντιμετώπισης ουσιαστικά μόνο στους ασθενείς που εμφανίζουν αλλεργία στη γάτα ή το σκύλο ενώ στους ασθενείς που έχουν αλλεργία στη σκόνη είναι υποστηρικτική. Στις γύρεις είναι αδύνατη η εφαρμογή της αφού οι γυρεόκοκκοι ταξιδεύουν ακόμα και 200 χιλιόμετρα με αποτέλεσμα να μην χρειάζεται να βρίσκονται κοντά τα αντίστοιχα φυτά, δένδρα ή ζιζάνια.

Η θεραπεία με φάρμακα αποτελεί θεραπεία ελέγχου των συμπτωμάτων. Εάν αφορά εποχική αναπνευστική αλλεργία πρέπει να ξεκινά προεποχιακά, να συνεχίζεται συστηματικά και σε κάθε περίπτωση να μην χορηγείται κατ΄ επίκληση. Δεν επηρεάζει τη φυσική πορεία της νόσου ενώ το πότε πρέπει να ξεκινά και πόσο θα διαρκεί απαιτεί γνώση της εποχικής κατανομής των αλλεργιογόνων.

Η ανοσοθεραπεία είναι μια πολύ αποτελεσματική και ασφαλής χορήγηση εμβολίων ή υπογλώσσιων σταγόνων εφόσον γίνει υπό προϋποθέσεις. Είναι θεραπεία εκρίζωσης η οποία έχει ως στόχο την απευαισθητοποίηση του ασθενούς από το αλλεργιογόνο.

Ο ιατρικός βελονισμός είναι μια αποτελεσματική μέθοδος αντιμετώπισης της ρινίτιδας.
Τοποθετούνται πολύ λεπτές βελόνες, μιας χρήσεως, που δεν περιέχουν φάρμακο, σε ειδικά σημεία ανάλογα με την περίπτωση στα οποία και παραμένουν για 15 - 20 λεπτά περίπου. Ένα θεραπευτικό πρωτόκολλο αφορά την επιλογή των σημείων, τον χρόνο παραμονής τους στο σώμα, τον αριθμό των συνεδριών, τη συχνότητα, τη χρήση ηλεκτρικής διέγερσης μέσω του ηλεκτροβελονισμού κ.α. Συνήθως χρειάζονται από 5 έως 15 συνεδρίες ανάλογα με την κάθε περίπτωση, με συχνότητα 2 φορές / εβδομάδα. Ο βελονισμός έχει αθροιστική δράση για αυτό και τα αποτελέσματα του αξιολογούνται συνήθως μετά την 4η – 6η συνεδρία.

Διακοπή καπνίσματος με βελονισμό

Βελονισμός και διακοπή καπνίσματος

Το κάπνισμα αποτελεί μια παγκόσμια κοινωνική πανδημία. Καπνίζει το 1/3 του παγκοσμίου πληθυσμού (1,1 δισεκατομμύριο άτομα). Πεθαίνουν κάθε χρόνο λόγω του καπνίσματος 3,5 εκατομμύρια άτομα και 19.000 μη καπνιστές εξαιτίας του παθητικοί καπνίσματος.
 Οι λόγοι για να κόψει κανείς το κάπνισμα είναι ατελείωτοι!. Τα τσιγάρα έχουν 4.000 χημικές ουσίες, συμπεριλαμβανομένων 43 γνωστές καρκινογόνες (καρκινογόνες) ενώσεις και 400 άλλες τοξίνες. Σύμφωνα με το CDC, το κάπνισμα είναι η αιτία για τους 443.000 πρόωρους θανάτους κάθε χρόνο, και συνδέεται με το εμφύσημα, τον καρκίνο του πνεύμονα, την υψηλή αρτηριακή πίεση, το λαχάνιασμα, το χρόνιο βήχα και μια αύξηση στη συχνότητα του κρυολογήματος και της γρίπης.

Πολλοί άνθρωποι θέλουν να κόψουν την βλαβερή αυτή συνήθεια λόγω της τεράστιας δαπάνης αλλά και λόγω της σημαντικής κοινωνικής πίεσης
.

Ο βελονισμός βοηθάει στη διακοπή του καπνίσματος. βελονισμό Και βοηθάει όλους εκείνους που θέλουν να σταματήσουν να καπνίζουν αλλά δεν μπορούν. Η θεραπεία με βελονισμό για τη διακοπή του καπνίσματος είναι δυναμική και όχι θεραπεία υποβολής όπως πιστεύουν πολλοί.

Ο καπνιστής που υποβάλλεται σε θεραπεία με βελονισμό 

α) δεν έχει την ανάγκη της νικοτίνης, μ' άλλα λόγια δεν παρουσιάζει το ονομαζόμενο στερητικό σύνδρομο σταματώντας το κάπνισμα,
β) αισθάνεται απέχθεια στον καπνό και
γ) δεν έχει νευρικότητα και άγχους

  
Η θεωρία του βελονισμού βασίζεται στην πεποίθηση ότι όταν διεγείρονται ορισμένα σημεία του σώματος αυξάνεται η ροή της ενέργειας, προκαλείται μείωση του πόνου και βελτίωση της υγείας  Στατιστικές μελέτες δείχνουν ποσοστό επιτυχίας στη διακοπή του καπνίσματος με βελονισμός 85-90%.





Λεπτές βελόνες χρησιμοποιούνται σε σημεία του σώματος και τα αυτιά και στα ενδιάμεσα διαστήματα ημιμόνιμες βελόνες βοηθούν στην μείωση της ανάγκης για τσιγάρο. Συνήθως χρειάζονται 4-6 συνεδρείες διάρκειας 20-30 λεπτών.

Συμβουλές για διακοπή καπνίσματος

1. Η άσκηση μπορεί να μειώσει το άγχος και βοηθάει στην χαλάρωση.

2. Η Κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων λαχανικών και φρούτων για καλή αποτοξίνωση του οργανισμού.

4. Αποφυγή πρόχειρου φαγητού, ζάχαρη και καφέ. Αυξάνουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα και έτσι  να επιδεινωθεί το σύμπτωμα στέρησης του καπνίσματος.

5. Αύξηση κατανάλωσης νερού, διότι η αφυδάτωση προκαλεί αίσθημα στέρησης